Κυριακή, 12 Φεβρουαρίου 2012

Πάλη


Ακούμπησα το βλέμμα μου στο σπλαχνικό ταβάνι..
Απόμεινε έτσι ατέλειωτες ώρες να ξαποσταίνει..
Η σκέψη απόμεινε βαριά,δε βγήκε για σεργιάνι..
Τέσσερις τοίχοι την κρατούν νωθρά φυλακισμένη.

Χθες βράδυ σ'ονειρεύτηκα ως λαχταρούσα να είσαι.
Μ'αγκάλιασες ολόδροση και γέλασες αχνά.
Σβήσε τα φώτα τα ψυχρά,το χθες μου όλο σβήσε..
Έλα και γίνε πλήρωση,που γύρεψα ξανά..

Μπες στης ψυχής το άβατο,στους πόθους μου τους μύχιους
και βγάλτα όλα θέα κοινή,ιεροφάντης γίνε..
Και σαν θα πέφτει απόβραδο,σαν του ιερού τους λύχνους
φως μες στη νύχτα σκόρπισε κι ως να χαράξει,μείνε..

Στο μέρος που σε γνώρισα τρέχει ο νους μου πια.
Πανσέληνος στον ουρανό κι η αίσθηση σαν ζάλη..
Αργά βουτώ,σαν το φεγγάρι,στα κατασκότεινα νερά..
Ίσως στον πάτο του βυθού,να σ'αγαπήσω πάλι..

Ηδονή


Πήραν να φεύγουν οι βραδιές στους δρόμους του Βαρδάρη.
Μιαν άναρχη υπόσταση το είναι μου ορίζει.
Το αλλόκοτο παράπονο της νύχτας ποιος να πάρει;
Της μιας στιγμούλας τη χαρά σε μένα ποιος δωρίζει..

Αρχίζει η πόλη να ξυπνά,λουφάζει η λαχτάρα..
Πράταιρη,παράκαιρη,φαντάζει η λογική μου.
Φύσηξε μπάτης και μεμιάς σκορπίστηκε η αντάρα.
Πώς να κρυφτεί η γύμνια που μαστίζει την ψυχή μου;

Μα διάλεξε η μοίρα να'μαι εγώ και όχι κάποιαν άλλη.
Δε μετανιώνω,δεν πονώ,κανένας δε με ορίζει.
Ρουφώ το έαρ..Κοινωνώ τη μέθη τη μεγάλη..
Ίδια με μένα η ηδονή,το σώμα μου αγγίζει..

Χίλια κομμάτια ο δισταγμός,χιλιάδες βολτ ο πόθος.
Απόψε σου χαρίστηκα και έγινα δική σου.
Έμεινε ο φόβος να κοιτά,ανόητος και νόθος,
καθώς ρουφάω τη ζωή επάνω στο κορμί σου...

Απομεινάρια


Όταν βρέχει,δε σε βρίσκω.
Χάνεσαι με τα πουλιά.
Σβήνεις τα φώτα βιαστικά,
σκοτώνεις κάθε ίσκιο.

Γεφύρια,που ολο χτίζονται
με κάπνα και οινόπνευμα.
Μα σαν έρχεται τ'απόγευμα,
όλα μεμιάς γκρεμίζονται.

Ακόμα αν βρέχει δε γνωρίζω.
Ανάβουν τα φώτα στον ορίζοντα.
Πέφτουν οι σκέψεις σα νομίσματα
κι εγώ ακόμα δε σ'ορίζω.

Χρυσαφένια μου αγάπη,
δε σε σκούριασε ο καιρός.
Σβήνω σα κακοποιός
τα βήματά μου απ'το χάρτη.

Απόψε δε θα κλάψω.
Έρμαιο θα γίνω της βροχής.
Τ'απομεινάρια της σιωπής
στο στήθος μου θα θάψω..

Απλά...


Ρόδα μελανά
ανθίζουν στην αυλή μου.
Χάρτινες ομπρέλες
με φυλούν απ'τη βροχή.
Ανέφικτη ψευδαίσθηση
στου έρωτα την ερημιά.
Σ'είδα στο τζάμι να ραγίζεις
όσο σε σκεφτόμουν.
Κι απλά φοβόμουν..

Όρκος


Μ'έπαιρνε ο Βαρδάρης νότια
που φύσαγε χθες όλη τη νύχτα,
Λαχτάρησα καλοκαιριά
μα,Ήλιε μου,δε θα'ρθεις..
Ζωοδότη και ζωοποιέ,
πέπλο συ μου'γινες θανάτου..
Τόσο πολύ σ'αγάπησα,
που σαν σηκώνω το κεφάλι μου,
αχνοφαίνεται η ψυχή μου..
Ανάσα,που'γινες φωτιά
που σβήει μες στη νύχτα..
Άσπρος καπνός ξεχύνεται,
μα οι λέξεις απεργούνε.
Τι μου προστάζεις να της πω,
φεγγάρι παγωμένο,
που σαν ανάκρισης φακός
κρεμιέται εκεί απάνω;
Σ'εσέ τι να παραδεχτώ;
Αφού τα ξέρεις όλα..
Ο όρκος που σου έκανα
αντιλαλεί ακόμα..

Αναβλητικότητα


Φθινόπωρο..Φθινόπωρο..
Της πίκρας σύντροφέ μου..
Της ερημιάς φθινόπωρο..
Προοίμιο του Ποτέ μου..

Τη μπόρα σου,φθινόπωρο,
στα φύλλα μη τη ρίχνεις.
Το είναι μου είναι πρόσφορο,
αν θες,να το ξεπλύνεις..

Στα σύννεφά σου τα βαριά
και στις βαριές σου μνήμες,
γίνηκε κόκκαλο η ματιά
κι οι έγνοιες μου,ρυτίδες..

Κόψε στα δυο,φθινόπ0ωρο,
το τσουχτερό τ'αγιάζι,
που ήρθε φέτος πρώιμο
και το χειμώνα βιάζει.

Κράτα,φθινόπωρο,αν μπορείς,
ακόμα λίγους μήνες..
Σβήνουν οι ήχοι της γιορτής
απ'ό,τι όμορφό μου,
φθινόπωρο πικρό μου..